ほね

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρώση οστών, μάσημα οστού, οστοφαγία

Κλίση

Παρόν (απλό)
骨噛みする
Παρόν (ευγενικό)
骨噛みします
Άρνηση (απλή)
骨噛みしない
Άρνηση (ευγενική)
骨噛みしません
Παρελθόν (απλό)
骨噛みした
Παρελθόν (ευγενικό)
骨噛みしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
骨噛みしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
骨噛みしませんでした
Τε-μορφή
骨噛みして
Δυνητική
骨噛みできる
Προστακτική
骨噛みしろ
Βουλητική
骨噛みしよう
Υποθετική (ば)
骨噛みすれば