骨太い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 σωματώδης, εύρωστος, στιβαρός
- 02 συμπαγής, στέρεος (σχέδιο, υπόθεση κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 骨太い
- Παρόν (ευγενικό)
- 骨太いです
- Άρνηση (απλή)
- 骨太くない
- Άρνηση (ευγενική)
- 骨太くないです
- Παρελθόν (απλό)
- 骨太かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 骨太かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 骨太くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 骨太くなかったです
- Τε-μορφή
- 骨太くて
- Υποθετική (ば)
- 骨太ければ
- Υποθετική (たら)
- 骨太かったら