こっせつ

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάταγμα οστού

Κλίση

Παρόν (απλό)
骨折する
Παρόν (ευγενικό)
骨折します
Άρνηση (απλή)
骨折しない
Άρνηση (ευγενική)
骨折しません
Παρελθόν (απλό)
骨折した
Παρελθόν (ευγενικό)
骨折しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
骨折しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
骨折しませんでした
Τε-μορφή
骨折して
Δυνητική
骨折できる
Προστακτική
骨折しろ
Βουλητική
骨折しよう
Υποθετική (ば)
骨折すれば