Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
骨抜き
ほねぬき
骨
骨
ほね
抜
ぬ
き
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αποκόκαλλωση (ψαριού ή κρέατος), ξεκοκκάλισμα
02
αποδυνάμωση (ενός σχεδίου, νομοσχεδίου κ.λπ.), αραίωση, εκφυλισμός
03
αφαίρεση της ραχοκοκαλιάς, αποδυνάμωση