骨肉相食む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αλληλοεξοντώνομαι λόγω συγγενικής διαμάχης, έρχομαι σε σύγκρουση μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας, διεξάγω εσωτερική σύρραξη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 骨肉相食む
- Παρόν (ευγενικό)
- 骨肉相食みます
- Άρνηση (απλή)
- 骨肉相食まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 骨肉相食みません
- Παρελθόν (απλό)
- 骨肉相食んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 骨肉相食みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 骨肉相食まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 骨肉相食みませんでした
- Τε-μορφή
- 骨肉相食んで
- Δυνητική
- 骨肉相食める
- Προστακτική
- 骨肉相食め
- Βουλητική
- 骨肉相食もう
- Υποθετική (ば)
- 骨肉相食めば
- Υποθετική (たら)
- 骨肉相食んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 骨肉相食みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 骨肉相食むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 骨肉相食みなさい
- Παθητική
- 骨肉相食まれる
- Αιτιατική
- 骨肉相食ませる