こうずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο εντείνεσαι, επιδεινώνομαι, χειροτερεύω, εξελίσσομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
高ずる
Παρόν (ευγενικό)
高ずます
Άρνηση (απλή)
高ずない
Άρνηση (ευγενική)
高ずません
Παρελθόν (απλό)
高ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
高ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
高ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
高ずませんでした
Τε-μορφή
高ずて
Δυνητική
高ずられる
Προστακτική
高ずろ
Βουλητική
高ずよう
Υποθετική (ば)
高ずれば