たかぶる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διεγείρομαι (συναισθημάτων, νεύρων κ.λπ.), ενθουσιάζομαι, ξεσηκώνομαι, αναστατώνομαι
  2. 02 υπερηφανεύομαι, είμαι αλαζονικός, είμαι πομπώδης, έχω υψηλή ιδέα για τον εαυτό μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
高ぶる
Παρόν (ευγενικό)
高ぶります
Άρνηση (απλή)
高ぶらない
Άρνηση (ευγενική)
高ぶりません
Παρελθόν (απλό)
高ぶった
Παρελθόν (ευγενικό)
高ぶりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
高ぶらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
高ぶりませんでした
Τε-μορφή
高ぶって
Δυνητική
高ぶれる
Προστακτική
高ぶれ
Βουλητική
高ぶろう
Υποθετική (ば)
高ぶれば