こう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άνοδος και πτώση (π.χ. τιμών), διακύμανση
  2. 02 διαφορά (κατάταξης, βαθμού, ποιότητας κ.λπ.), απόκλιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
高下する
Παρόν (ευγενικό)
高下します
Άρνηση (απλή)
高下しない
Άρνηση (ευγενική)
高下しません
Παρελθόν (απλό)
高下した
Παρελθόν (ευγενικό)
高下しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
高下しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
高下しませんでした
Τε-μορφή
高下して
Δυνητική
高下できる
Προστακτική
高下しろ
Βουλητική
高下しよう
Υποθετική (ば)
高下すれば