こうちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: たかしお

  1. 01 παλίρροια, πλημμυρίδα
  2. 02 κορύφωση, αποκορύφωμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
高潮する
Παρόν (ευγενικό)
高潮します
Άρνηση (απλή)
高潮しない
Άρνηση (ευγενική)
高潮しません
Παρελθόν (απλό)
高潮した
Παρελθόν (ευγενικό)
高潮しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
高潮しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
高潮しませんでした
Τε-μορφή
高潮して
Δυνητική
高潮できる
Προστακτική
高潮しろ
Βουλητική
高潮しよう
Υποθετική (ば)
高潮すれば