かみげる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιάνω τα μαλλιά μου πάνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
髪を上げる
Παρόν (ευγενικό)
髪を上げます
Άρνηση (απλή)
髪を上げない
Άρνηση (ευγενική)
髪を上げません
Παρελθόν (απλό)
髪を上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
髪を上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
髪を上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
髪を上げませんでした
Τε-μορφή
髪を上げて
Δυνητική
髪を上げられる
Προστακτική
髪を上げろ
Βουλητική
髪を上げよう
Υποθετική (ば)
髪を上げれば