かみ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουρεύομαι
  2. 02 κουρεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
髪を切る
Παρόν (ευγενικό)
髪を切ります
Άρνηση (απλή)
髪を切らない
Άρνηση (ευγενική)
髪を切りません
Παρελθόν (απλό)
髪を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
髪を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
髪を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
髪を切りませんでした
Τε-μορφή
髪を切って
Δυνητική
髪を切れる
Προστακτική
髪を切れ
Βουλητική
髪を切ろう
Υποθετική (ば)
髪を切れば