ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κοιλότητα (σε παλαιά ριζωματώδη λαχανικά, τόφου, χύτευση μετάλλων κ.λπ.), πόρος, κενό, φυσαλίδα, οπή
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα πορώδης, ινώδης, σπογγώδης