おにになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός σκληραίνω την καρδιά μου, γίνομαι αμείλικτος
  2. 02 γίνομαι «τα» (στο κρυφτό κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
鬼になる
Παρόν (ευγενικό)
鬼になります
Άρνηση (απλή)
鬼にならない
Άρνηση (ευγενική)
鬼になりません
Παρελθόν (απλό)
鬼になった
Παρελθόν (ευγενικό)
鬼になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鬼にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鬼になりませんでした
Τε-μορφή
鬼になって
Δυνητική
鬼になれる
Προστακτική
鬼になれ
Βουλητική
鬼になろう
Υποθετική (ば)
鬼になれば