しゅぶっしん

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός σπλαχνική σκληρότητα, ανελέητο νυστέρι ενός συμπονετικού χειρουργού, χέρι δαίμονα και καρδιά Βούδα