たま

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: たまぎる

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εκπλήσσομαι, κεραυνοβολούμαι, ξαφνιάζομαι, καταπλήσσομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
魂消る
Παρόν (ευγενικό)
魂消ます
Άρνηση (απλή)
魂消ない
Άρνηση (ευγενική)
魂消ません
Παρελθόν (απλό)
魂消た
Παρελθόν (ευγενικό)
魂消ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
魂消なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
魂消ませんでした
Τε-μορφή
魂消て
Δυνητική
魂消られる
Προστακτική
魂消ろ
Βουλητική
魂消よう
Υποθετική (ば)
魂消れば