せる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γοητεύω, μαγεύω, σαγηνεύω, αιχμαλωτίζω, συναρπάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
魅せる
Παρόν (ευγενικό)
魅せます
Άρνηση (απλή)
魅せない
Άρνηση (ευγενική)
魅せません
Παρελθόν (απλό)
魅せた
Παρελθόν (ευγενικό)
魅せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
魅せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
魅せませんでした
Τε-μορφή
魅せて
Δυνητική
魅せられる
Προστακτική
魅せろ
Βουλητική
魅せよう
Υποθετική (ば)
魅せれば