さかな

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ψαρεύω, αλιεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
魚を釣る
Παρόν (ευγενικό)
魚を釣ります
Άρνηση (απλή)
魚を釣らない
Άρνηση (ευγενική)
魚を釣りません
Παρελθόν (απλό)
魚を釣った
Παρελθόν (ευγενικό)
魚を釣りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
魚を釣らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
魚を釣りませんでした
Τε-μορφή
魚を釣って
Δυνητική
魚を釣れる
Προστακτική
魚を釣れ
Βουλητική
魚を釣ろう
Υποθετική (ば)
魚を釣れば