鯱張しゃちほこば

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τηρώ αυστηρά το πρωτόκολλο, στέκομαι τυπικά
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τεντώνομαι, σφίγγομαι (από το άγχος), είμαι σε ένταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
鯱張る
Παρόν (ευγενικό)
鯱張ります
Άρνηση (απλή)
鯱張らない
Άρνηση (ευγενική)
鯱張りません
Παρελθόν (απλό)
鯱張った
Παρελθόν (ευγενικό)
鯱張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鯱張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鯱張りませんでした
Τε-μορφή
鯱張って
Δυνητική
鯱張れる
Προστακτική
鯱張れ
Βουλητική
鯱張ろう
Υποθετική (ば)
鯱張れば