鱗
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα λέπι (ψαριού, φιδιού κ.λπ.)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σερίφ (σε κάνα ή κάντζι, π.χ. στη γραμματοσειρά Μίντσο)
Παραδείγματα
-
魚には鱗があります。
Τα ψάρια έχουν λέπια.
-
鯛は大きくて硬い鱗で覆われています。
Το ψάρι τσιπούρα είναι καλυμμένο με μεγάλα και σκληρά λέπια.
-
清流で釣り上げたばかりの魚の鱗が、光を反射してキラキラと輝いていました。
Τα λέπια του ψαριού που μόλις είχαμε ψαρέψει στο καθαρό ποτάμι, αντανακλούσαν το φως και έλαμπαν.