とりかよわない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απομακρυσμένος, δυσπρόσιτος

Κλίση

Παρόν (απλό)
鳥も通わない
Παρόν (ευγενικό)
鳥も通わないです
Άρνηση (απλή)
鳥も通わなくない
Άρνηση (ευγενική)
鳥も通わなくないです
Παρελθόν (απλό)
鳥も通わなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
鳥も通わなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鳥も通わなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鳥も通わなくなかったです
Τε-μορφή
鳥も通わなくて
Υποθετική (ば)
鳥も通わなければ