とりはだ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανατριχιάζω
  2. 02 συγκινούμαι βαθιά, ανατριχιάζω από συγκίνηση, νιώθω ρίγος

Κλίση

Παρόν (απλό)
鳥肌立つ
Παρόν (ευγενικό)
鳥肌立ちます
Άρνηση (απλή)
鳥肌立たない
Άρνηση (ευγενική)
鳥肌立ちません
Παρελθόν (απλό)
鳥肌立った
Παρελθόν (ευγενικό)
鳥肌立ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鳥肌立たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鳥肌立ちませんでした
Τε-μορφή
鳥肌立って
Δυνητική
鳥肌立てる
Προστακτική
鳥肌立て
Βουλητική
鳥肌立とう
Υποθετική (ば)
鳥肌立てば