鳩首密議
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συσκέπτομαι μυστικά, διεξάγω κεκλεισμένων των θυρών διαβούλευση, συνεννοούμαι κατ' ιδίαν
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 鳩首密議する
- Παρόν (ευγενικό)
- 鳩首密議します
- Άρνηση (απλή)
- 鳩首密議しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 鳩首密議しません
- Παρελθόν (απλό)
- 鳩首密議した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 鳩首密議しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 鳩首密議しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 鳩首密議しませんでした
- Τε-μορφή
- 鳩首密議して
- Δυνητική
- 鳩首密議できる
- Προστακτική
- 鳩首密議しろ
- Βουλητική
- 鳩首密議しよう
- Υποθετική (ば)
- 鳩首密議すれば
- Υποθετική (たら)
- 鳩首密議したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 鳩首密議したい
- Απαγορευτική (~な)
- 鳩首密議するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 鳩首密議しなさい
- Παθητική
- 鳩首密議される
- Αιτιατική
- 鳩首密議させる