わす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανταλλάσσω ερωτικά καλέσματα, κραυγάζω ο ένας στον άλλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
鳴き交わす
Παρόν (ευγενικό)
鳴き交わします
Άρνηση (απλή)
鳴き交わさない
Άρνηση (ευγενική)
鳴き交わしません
Παρελθόν (απλό)
鳴き交わした
Παρελθόν (ευγενικό)
鳴き交わしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鳴き交わさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鳴き交わしませんでした
Τε-μορφή
鳴き交わして
Δυνητική
鳴き交わせる
Προστακτική
鳴き交わせ
Βουλητική
鳴き交わそう
Υποθετική (ば)
鳴き交わせば