ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βγάζω ήχο (για ζώα), φωνάζω, κραυγάζω, κλαψουρίζω, κελαηδώ, τιτιβίζω
  2. 02 ανακοινώνω συνδυασμό στα χαρτιά (π.χ. πονγκ, κονγκ)

Παραδείγματα

  • とり

    Το πουλί κελαηδάει.

  • 毎朝まいあさにわとりいてわたしこす。

    Κάθε πρωί, ο κόκορας με ξυπνάει κουκουρίζοντας.

  • 夜中よなか近所きんじょいぬかなしそうにつづけていたので、なにかあったのかと心配しんぱいになった。

    Το σκυλί του γείτονα ούρλιαζε με λύπη όλη τη νύχτα, οπότε ανησύχησα μήπως είχε συμβεί κάτι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
鳴く
Παρόν (ευγενικό)
鳴きます
Άρνηση (απλή)
鳴かない
Άρνηση (ευγενική)
鳴きません
Παρελθόν (απλό)
鳴いた
Παρελθόν (ευγενικό)
鳴きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鳴かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鳴きませんでした
Τε-μορφή
鳴いて
Δυνητική
鳴ける
Προστακτική
鳴け
Βουλητική
鳴こう
Υποθετική (ば)
鳴けば