ひび

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντηχώ, ηχώ, δονούμαι
  2. 02 φημίζομαι, γίνομαι ονομαστός

Παραδείγματα

  • かね鳴り響なりひびきます

    Η καμπάνα αντηχεί.

  • 会場かいじょう観客かんきゃく歓声かんせい鳴り響なりひびいた

    Οι επευφημίες του κοινού αντηχούσαν σε όλο τον χώρο.

  • そのピアニストのたましいのこもった演奏えんそうは、聴衆ちょうしゅうこころふか鳴り響なりひびいた

    Η ψυχωμένη ερμηνεία του πιανίστα άγγιξε βαθιά τις καρδιές του κοινού.

Κλίση

Παρόν (απλό)
鳴り響く
Παρόν (ευγενικό)
鳴り響きます
Άρνηση (απλή)
鳴り響かない
Άρνηση (ευγενική)
鳴り響きません
Παρελθόν (απλό)
鳴り響いた
Παρελθόν (ευγενικό)
鳴り響きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鳴り響かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鳴り響きませんでした
Τε-μορφή
鳴り響いて
Δυνητική
鳴り響ける
Προστακτική
鳴り響け
Βουλητική
鳴り響こう
Υποθετική (ば)
鳴り響けば