鳴なる

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ηχώ, χτυπώ, αντηχώ, βρυχώμαι, βροντώ, γουργουρίζω

Παραδείγματα

  • 電話でんわが鳴なる。

    Το τηλέφωνο χτυπάει.

  • 目覚めざまし時計どけいが鳴なる前まえに起おきました。

    Ξύπνησα πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι.

  • 雷かみなりが鳴なり響ひびく夜よるは、いつも昔むかしの思おもい出でが蘇よみがえってくる。

    Τις νύχτες που βροντάει ο κεραυνός, πάντα μου έρχονται αναμνήσεις από το παρελθόν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
鳴る
Παρόν (ευγενικό)
鳴ります
Άρνηση (απλή)
鳴らない
Άρνηση (ευγενική)
鳴りません
Παρελθόν (απλό)
鳴った
Παρελθόν (ευγενικό)
鳴りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鳴らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鳴りませんでした
Τε-μορφή
鳴って
Δυνητική
鳴れる
Προστακτική
鳴れ
Βουλητική
鳴ろう
Υποθετική (ば)
鳴れば