鳶に油揚げをさらわれる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χάνω κάτι που δικαιούμαι από κάποιον απρόσμενα, μου αρπάζουν το τόφου μέσα από τα χέρια (όπως ένας μαύρος χαρταετός αρπάζει ένα κομμάτι τηγανητό τόφου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 鳶に油揚げをさらわれる
- Παρόν (ευγενικό)
- 鳶に油揚げをさらわれます
- Άρνηση (απλή)
- 鳶に油揚げをさらわれない
- Άρνηση (ευγενική)
- 鳶に油揚げをさらわれません
- Παρελθόν (απλό)
- 鳶に油揚げをさらわれた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 鳶に油揚げをさらわれました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 鳶に油揚げをさらわれなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 鳶に油揚げをさらわれませんでした
- Τε-μορφή
- 鳶に油揚げをさらわれて
- Δυνητική
- 鳶に油揚げをさらわれられる
- Προστακτική
- 鳶に油揚げをさらわれろ
- Βουλητική
- 鳶に油揚げをさらわれよう
- Υποθετική (ば)
- 鳶に油揚げをさらわれれば
- Υποθετική (たら)
- 鳶に油揚げをさらわれたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 鳶に油揚げをさらわれたい
- Απαγορευτική (~な)
- 鳶に油揚げをさらわれるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 鳶に油揚げをさらわれなさい
- Παθητική
- 鳶に油揚げをさらわれられる
- Αιτιατική
- 鳶に油揚げをさらわれさせる