Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
鳶の者
とびのもの
鳶
鳶
とび
の
者
もの
άλλο, ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
πυροσβέστης (κατά την περίοδο Έντο)
02
οικοδόμος, τεχνίτης σκαλωσιάς