かもにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καθομιλουμένη κερδίζω εύκολα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα εξαπατώ, εξαπατώ κάποιον για να του αποσπάσω χρήματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
鴨にする
Παρόν (ευγενικό)
鴨にします
Άρνηση (απλή)
鴨にしない
Άρνηση (ευγενική)
鴨にしません
Παρελθόν (απλό)
鴨にした
Παρελθόν (ευγενικό)
鴨にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鴨にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鴨にしませんでした
Τε-μορφή
鴨にして
Δυνητική
鴨にできる
Προστακτική
鴨にしろ
Βουλητική
鴨にしよう
Υποθετική (ば)
鴨にすれば