Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
鵜の目鷹の目
うのめたかのめ
鵜
鵜
う
の
目
め
鷹
たか
の
目
め
άλλο, ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
ιδιωματισμός
βλέμμα θηρευτή, οξυδερκή μάτια, διαπεραστική ματιά, άγρυπνη προσοχή, μάτια κορμοράνου και γερακιού