けん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σαπωνοποίηση, μετατροπή σε σαπούνι

Κλίση

Παρόν (απλό)
鹸化する
Παρόν (ευγενικό)
鹸化します
Άρνηση (απλή)
鹸化しない
Άρνηση (ευγενική)
鹸化しません
Παρελθόν (απλό)
鹸化した
Παρελθόν (ευγενικό)
鹸化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鹸化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鹸化しませんでした
Τε-μορφή
鹸化して
Δυνητική
鹸化できる
Προστακτική
鹸化しろ
Βουλητική
鹸化しよう
Υποθετική (ば)
鹸化すれば