鹿しかつめらしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίσημος, δύσκαμπτος, πομπώδης, αυστηρός, σοβαρός, βαρυσήμαντος

Κλίση

Παρόν (απλό)
鹿爪らしい
Παρόν (ευγενικό)
鹿爪らしいです
Άρνηση (απλή)
鹿爪らしくない
Άρνηση (ευγενική)
鹿爪らしくないです
Παρελθόν (απλό)
鹿爪らしかった
Παρελθόν (ευγενικό)
鹿爪らしかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鹿爪らしくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鹿爪らしくなかったです
Τε-μορφή
鹿爪らしくて
Υποθετική (ば)
鹿爪らしければ