麻婆
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 μάμπο (στυλ φαγητού), πιάτο που περιλαμβάνει κιμά σωταρισμένο και καρυκευμένο με πάστα τσίλι και φασολιών (π.χ. μάμπο νάσου)
- 02 συντομογραφία μάμπο τόφου (πικάντικο πιάτο του Σιτσουάν με τόφου και κιμά)
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict