ばむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κιτρινίζω, παίρνω κίτρινο χρώμα, κιτρινίζω (λόγω παλαιότητας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
黄ばむ
Παρόν (ευγενικό)
黄ばみます
Άρνηση (απλή)
黄ばまない
Άρνηση (ευγενική)
黄ばみません
Παρελθόν (απλό)
黄ばんだ
Παρελθόν (ευγενικό)
黄ばみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
黄ばまなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
黄ばみませんでした
Τε-μορφή
黄ばんで
Δυνητική
黄ばめる
Προστακτική
黄ばめ
Βουλητική
黄ばもう
Υποθετική (ば)
黄ばめば