黄昏たそがれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σουρουπώνει, σκοτεινιάζει μετά τη δύση του ηλίου
  2. 02 παρακμάζει, φθίνει, χάνει τη ζωντάνια του
  3. 03 καθομιλουμένη χάνεται σε σκέψεις, περιέρχεται σε στοχαστική διάθεση, φαίνεται μελαγχολικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
黄昏れる
Παρόν (ευγενικό)
黄昏れます
Άρνηση (απλή)
黄昏れない
Άρνηση (ευγενική)
黄昏れません
Παρελθόν (απλό)
黄昏れた
Παρελθόν (ευγενικό)
黄昏れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
黄昏れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
黄昏れませんでした
Τε-μορφή
黄昏れて
Δυνητική
黄昏れられる
Προστακτική
黄昏れろ
Βουλητική
黄昏れよう
Υποθετική (ば)
黄昏れれば