くろめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαυρίζω (κάτι), κάνω κάτι να φαίνεται μαύρο
  2. 02 παρουσιάζω το άδικο ως δίκαιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
黒める
Παρόν (ευγενικό)
黒めます
Άρνηση (απλή)
黒めない
Άρνηση (ευγενική)
黒めません
Παρελθόν (απλό)
黒めた
Παρελθόν (ευγενικό)
黒めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
黒めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
黒めませんでした
Τε-μορφή
黒めて
Δυνητική
黒められる
Προστακτική
黒めろ
Βουλητική
黒めよう
Υποθετική (ば)
黒めれば