くろ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετάβαση στην κερδοφορία, καταγραφή κερδών

Κλίση

Παρόν (απλό)
黒字化する
Παρόν (ευγενικό)
黒字化します
Άρνηση (απλή)
黒字化しない
Άρνηση (ευγενική)
黒字化しません
Παρελθόν (απλό)
黒字化した
Παρελθόν (ευγενικό)
黒字化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
黒字化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
黒字化しませんでした
Τε-μορφή
黒字化して
Δυνητική
黒字化できる
Προστακτική
黒字化しろ
Βουλητική
黒字化しよう
Υποθετική (ば)
黒字化すれば