もだ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο σιωπώ, κρατώ το στόμα μου κλειστό, συγκρατούμαι
  2. 02 επίσημο αδιαφορώ, αγνοώ, αφήνω κάτι να περάσει, παραβλέπω

Κλίση

Παρόν (απλό)
黙す
Παρόν (ευγενικό)
黙します
Άρνηση (απλή)
黙さない
Άρνηση (ευγενική)
黙しません
Παρελθόν (απλό)
黙した
Παρελθόν (ευγενικό)
黙しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
黙さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
黙しませんでした
Τε-μορφή
黙して
Δυνητική
黙せる
Προστακτική
黙せ
Βουλητική
黙そう
Υποθετική (ば)
黙せば