もくにん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σιωπηρή έγκριση, σιωπηρή άδεια, συνέργεια (σε παράνομη πράξη), συγκατάθεση, ανοχή, παράβλεψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
黙認する
Παρόν (ευγενικό)
黙認します
Άρνηση (απλή)
黙認しない
Άρνηση (ευγενική)
黙認しません
Παρελθόν (απλό)
黙認した
Παρελθόν (ευγενικό)
黙認しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
黙認しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
黙認しませんでした
Τε-μορφή
黙認して
Δυνητική
黙認できる
Προστακτική
黙認しろ
Βουλητική
黙認しよう
Υποθετική (ば)
黙認すれば