もくしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη σιωπηλή κατανάλωση φαγητού, κατανάλωση φαγητού χωρίς συζήτηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
黙食する
Παρόν (ευγενικό)
黙食します
Άρνηση (απλή)
黙食しない
Άρνηση (ευγενική)
黙食しません
Παρελθόν (απλό)
黙食した
Παρελθόν (ευγενικό)
黙食しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
黙食しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
黙食しませんでした
Τε-μορφή
黙食して
Δυνητική
黙食できる
Προστακτική
黙食しろ
Βουλητική
黙食しよう
Υποθετική (ば)
黙食すれば