かなえけいちょう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αμφισβητώ την ικανότητα κάποιου, αμφιβάλλω για την επάρκεια ενός ηγεμόνα

Κλίση

Παρόν (απλό)
鼎の軽重を問う
Παρόν (ευγενικό)
鼎の軽重を問います
Άρνηση (απλή)
鼎の軽重を問わない
Άρνηση (ευγενική)
鼎の軽重を問いません
Παρελθόν (απλό)
鼎の軽重を問うた
Παρελθόν (ευγενικό)
鼎の軽重を問いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鼎の軽重を問わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鼎の軽重を問いませんでした
Τε-μορφή
鼎の軽重を問うて
Δυνητική
鼎の軽重を問える
Προστακτική
鼎の軽重を問え
Βουλητική
鼎の軽重を問おう
Υποθετική (ば)
鼎の軽重を問えば