そう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο εμψύχωση των στρατευμάτων στο πεδίο της μάχης με πολεμικά τύμπανα και ιαχές
  2. 02 σπάνιο πρόκληση αναστάτωσης, δημιουργία θορύβου

Κλίση

Παρόν (απλό)
鼓譟する
Παρόν (ευγενικό)
鼓譟します
Άρνηση (απλή)
鼓譟しない
Άρνηση (ευγενική)
鼓譟しません
Παρελθόν (απλό)
鼓譟した
Παρελθόν (ευγενικό)
鼓譟しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鼓譟しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鼓譟しませんでした
Τε-μορφή
鼓譟して
Δυνητική
鼓譟できる
Προστακτική
鼓譟しろ
Βουλητική
鼓譟しよう
Υποθετική (ば)
鼓譟すれば