ねずみ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σφύριγμα ιερόδουλης (για την προσέλκυση πελατών)

Κλίση

Παρόν (απλό)
鼠鳴きする
Παρόν (ευγενικό)
鼠鳴きします
Άρνηση (απλή)
鼠鳴きしない
Άρνηση (ευγενική)
鼠鳴きしません
Παρελθόν (απλό)
鼠鳴きした
Παρελθόν (ευγενικό)
鼠鳴きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鼠鳴きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鼠鳴きしませんでした
Τε-μορφή
鼠鳴きして
Δυνητική
鼠鳴きできる
Προστακτική
鼠鳴きしろ
Βουλητική
鼠鳴きしよう
Υποθετική (ば)
鼠鳴きすれば