はなぱしらをへし

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταπεινώνω κάποιον, περιορίζω την έπαρση κάποιου, κλονίζω την αυτοπεποίθηση κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
鼻っ柱をへし折る
Παρόν (ευγενικό)
鼻っ柱をへし折ります
Άρνηση (απλή)
鼻っ柱をへし折らない
Άρνηση (ευγενική)
鼻っ柱をへし折りません
Παρελθόν (απλό)
鼻っ柱をへし折った
Παρελθόν (ευγενικό)
鼻っ柱をへし折りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鼻っ柱をへし折らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鼻っ柱をへし折りませんでした
Τε-μορφή
鼻っ柱をへし折って
Δυνητική
鼻っ柱をへし折れる
Προστακτική
鼻っ柱をへし折れ
Βουλητική
鼻っ柱をへし折ろう
Υποθετική (ば)
鼻っ柱をへし折れば