はなにかける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καυχιέμαι, υπερηφανεύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
鼻にかける
Παρόν (ευγενικό)
鼻にかけます
Άρνηση (απλή)
鼻にかけない
Άρνηση (ευγενική)
鼻にかけません
Παρελθόν (απλό)
鼻にかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
鼻にかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鼻にかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鼻にかけませんでした
Τε-μορφή
鼻にかけて
Δυνητική
鼻にかけられる
Προστακτική
鼻にかけろ
Βουλητική
鼻にかけよう
Υποθετική (ば)
鼻にかければ