はなをつく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ερεθίζω τη μύτη (για οσμή), τσουζω τη μύτη
  2. 02 έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο (με κάποιον), αντιμετωπίζω κατά μέτωπο

Κλίση

Παρόν (απλό)
鼻をつく
Παρόν (ευγενικό)
鼻をつきます
Άρνηση (απλή)
鼻をつかない
Άρνηση (ευγενική)
鼻をつきません
Παρελθόν (απλό)
鼻をついた
Παρελθόν (ευγενικό)
鼻をつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鼻をつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鼻をつきませんでした
Τε-μορφή
鼻をついて
Δυνητική
鼻をつける
Προστακτική
鼻をつけ
Βουλητική
鼻をつこう
Υποθετική (ば)
鼻をつけば