鼻はなを鳴ならす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κάνω νάζια, συμπεριφέρομαι σαν κακομαθημένο παιδί
  2. 02 ρουθουνίζω, μυρίζω

Παραδείγματα

  • 子供こどもが鼻はなを鳴らしています。

    Το παιδί γκρινιάζει.

  • お菓子かしが欲ほしくて、子供こどもが鼻はなを鳴らしている。

    Το παιδί γκρινιάζει γιατί θέλει γλυκά.

  • 彼かれは不満ふまんげに鼻はなを鳴らして、私わたしを見みた。

    Γκρίνιαξε δυσαρεστημένος και με κοίταξε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
鼻を鳴らす
Παρόν (ευγενικό)
鼻を鳴らします
Άρνηση (απλή)
鼻を鳴らさない
Άρνηση (ευγενική)
鼻を鳴らしません
Παρελθόν (απλό)
鼻を鳴らした
Παρελθόν (ευγενικό)
鼻を鳴らしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鼻を鳴らさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鼻を鳴らしませんでした
Τε-μορφή
鼻を鳴らして
Δυνητική
鼻を鳴らせる
Προστακτική
鼻を鳴らせ
Βουλητική
鼻を鳴らそう
Υποθετική (ば)
鼻を鳴らせば