はないきをうかがう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διερευνώ τις προθέσεις κάποιου, συμβουλεύομαι τη γνώμη κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
鼻息をうかがう
Παρόν (ευγενικό)
鼻息をうかがいます
Άρνηση (απλή)
鼻息をうかがわない
Άρνηση (ευγενική)
鼻息をうかがいません
Παρελθόν (απλό)
鼻息をうかがった
Παρελθόν (ευγενικό)
鼻息をうかがいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鼻息をうかがわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鼻息をうかがいませんでした
Τε-μορφή
鼻息をうかがって
Δυνητική
鼻息をうかがえる
Προστακτική
鼻息をうかがえ
Βουλητική
鼻息をうかがおう
Υποθετική (ば)
鼻息をうかがえば