鼻持ちならない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 δυσοσμος, βρωμερός
- 02 ανυπόφορος (συμπεριφορά, στάση κ.λπ.), αβάσταχτος, αηδιαστικός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 鼻持ちならない
- Παρόν (ευγενικό)
- 鼻持ちならないです
- Άρνηση (απλή)
- 鼻持ちならなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 鼻持ちならなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 鼻持ちならなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 鼻持ちならなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 鼻持ちならなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 鼻持ちならなくなかったです
- Τε-μορφή
- 鼻持ちならなくて
- Υποθετική (ば)
- 鼻持ちならなければ
- Υποθετική (たら)
- 鼻持ちならなかったら