はなかぞえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χειραγωγώ κάποιον κατά βούληση

Κλίση

Παρόν (απλό)
鼻毛を数える
Παρόν (ευγενικό)
鼻毛を数えます
Άρνηση (απλή)
鼻毛を数えない
Άρνηση (ευγενική)
鼻毛を数えません
Παρελθόν (απλό)
鼻毛を数えた
Παρελθόν (ευγενικό)
鼻毛を数えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
鼻毛を数えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
鼻毛を数えませんでした
Τε-μορφή
鼻毛を数えて
Δυνητική
鼻毛を数えられる
Προστακτική
鼻毛を数えろ
Βουλητική
鼻毛を数えよう
Υποθετική (ば)
鼻毛を数えれば